σιγαλιά

η, Ν [σιγαλός]
(ιδίως κατά τη διάρκεια τής νύχτας) ησυχία, ηρεμία, έλλειψη κάθε είδους θορύβου («νά 'χες τη δύναμη ν' ακούς τών ουρανών τη σιγαλιά», Κ. Βάρναλης)
2. νηνεμία, άπνοια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγαλιά — η έλλειψη θορύβου, ησυχία: Στη σιγαλιά της νύχτας άκουγες μόνο την απελπισμένη κραυγή του γκιόνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγαλιά — [сигальа] ουσ. Θ. тишина, молчание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ακαλός — ἀκαλός, ή, ὸν (AM) ήσυχος, ειρηνικός, πράος (ποταμός) «ἀκαλὰ προρέων» (Ησίοδ. απ. 218) ήρεμο, αθόρυβο (ποτάμι). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκὴ «ησυχία, γαλήνη, σιγαλιά» + αλὸς (πρβλ. ομαλός, απαλός)] …   Dictionary of Greek

  • σιγανεμιά — η, Ν (στον Ερωτόκρ.) νηνεμία, σιγαλιά («οι μέρες με σιγανεμιά και λάψη ξημερώνου»). [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγή + άνεμος κατά τα θηλ. σε ία (πρβλ. απ ανεμιά)] …   Dictionary of Greek

  • νυχτερινός — νυχτερινός, ή, ό και νυχτιάτικος, η, ο ο σχετικός με τη νύχτα ή που γίνεται κατά τη νύχτα: Νυχτερινή σιγαλιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.